Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Γερόντισσα Φωτεινή


- «Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτής» (Σοφ. Σολ. δ , 14)

Η μακαριστή Γερόντισσα Φωτεινή, η Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), κατά κόσμον Ντέμου Χαρούλα, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του σωτηρίου έτους 1954, ημέρα Κυριακή στο ορεινό χωριό Καστανέα Κονίτσης.
Οι γονείς της Απόστολος και Αγγελική ήταν άνθρωποι πολύ φτωχοί και απλοί. Με την βοήθεια του Θεού και την τίμια εργασία τους κατόρθωσαν να αναθρέψουν τα δυό τους παιδιά. Ο πατέρας της ήταν βοσκός και η μητέρα της αναγκαζόταν να κάνη όλες τις δουλειές στο χωριό για να μπορέση να εξοικονομήση τα απαραίτητα. Τίναζε τις καρυδιές όλου του χωριού, έκοβε τα τριφύλλια, κουβαλούσε τα οικοδομικά υλικά.

Με πόνο διηγείτο η Γερόντισσα ότι η μητέρα της πολλές φορές έφτασε να σκάβη τους τάφους των κεκοιμημένων συγχωριανών η να πλένη τα οστά, όταν γινόταν η εκταφή. Επειδή όλη την ημέρα απουσίαζε από το σπίτι έμαθε στην θυγατέρα της, ενώ ήταν μικρή στην ηλικία, να κάνη όλες τις δουλειές του σπιτιού. Να μαγειρεύη, να ζυμώνη, να ταΐζη και να αρμέγη τις κατσίκες, να κουβαλάη νερό. Άναβε το τζάκι, χτυπούσε με τις ώρες το γάλα για να γίνη το βούτυρο. Που να βρεθή χρόνος για διάβασμα και για παιχνίδι! Σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, επειδή δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, διάβαζε με την λάμπα πετρελαίου η με το κερί.


Ομολογούν συγχωριανοί της, πολλοί συμμαθητές και συμμαθήτριες, που την επισκέπτονταν στο Μοναστήρι, ότι ήταν μια αγνή χωριατοπούλα, πάντα χαρούμενη και με φωτεινό πρόσωπο, καμμιά μιζέρια και πάντα ευχαριστημένη από την ζωή. Χαιρόσουν να κάνης παρέα μαζί της, έλεγαν. Ήταν αγαπητή σε όλους.


Όταν ήρθε στο Μοναστήρι η μητέρα της, μετά από την κουρά της και όταν την πρωτοείδε ως μοναχή, αποκάλυψε στις μοναχές το όνειρο που είχε δη όταν ήταν έγκυος σ' αυτήν στον 8ο μήνα. «Είδα μια εικόνα της Παναγίας με το καντήλι να βγαίνη από τον Ναό του Αγίου Δημητρίου και να κατευθύνεται προς τον Ναό της Παναγίας απέναντι. Όταν πήγα να την πιάσω στα χέρια μου αυτή έφευγε και πήγε και στάθηκε στο τέμπλο της εκκλησίας. Άκουσα τότε μια φωνή: "Δεν είναι για σένα"». Βλέποντάς την μοναχή με σιγουριά πλέον εξηγούσε πως το όνειρο που είχε δη φανέρωνε την αφιέρωση της θυγατέρας της στον Θεό και ιδιαίτερα στην Ιερά Μονή της Παναγίας.


Όταν ήταν σε ηλικία 9 ετών άκουσε ότι η φίλη της δασκάλας της (πρόκειται για την μοναχή Θέκλα που ασκείται στην Ιερά Μονή Παναγίας Μετσόβου) θα γινόταν μοναχή. Αργότερα έλεγε: «Απορώ με τον εαυτό μου. Ήμουν μικρή στην ηλικία όταν πρωτοάκουσα για τον Μοναχισμό. Κι όμως αγάπησα τόσο πολύ κάτι πριν καλά-καλά το γνωρίσω».


Εκτιμούσε πολύ τους γονείς της. Δεν είχε ποτέ αίσθημα κατωτερότητας η κάποιο κόμπλεξ επειδή καταγόταν από φτωχική οικογένεια. Το αντίθετο μάλιστα συνέβαινε. Καυχόταν για την καταγωγή και τους γονείς που είχε. Τους θαύμαζε για την υπομονή τους στις δυσκολίες της ζωής και τους τιμούσε ιδιαίτερα. Με πολλή συγκίνηση μιλούσε για του λίγους κατοίκους που απέμειναν στο χωριό και για τους δικούς της λέγοντας «οι εν σκότει και σκια θανάτου καθήμενοι».


Απέδιδε μεγάλη ευγνωμοσύνη στην μητέρα της όχι μόνο για τους κόπους και τις στερήσεις που κατέβαλε για να την σπουδάση, αλλά και γιατί, ζώντας στο σπίτι μ ?ναν δύστροπο στον χαρακτήρα παππού, που εξ αιτίας του δημιουργούνταν φασαρίες στην οικογένεια, της ενέπνευσε τον σεβασμό και την αγάπη σ α?τόν. Έτσι από παιδί έμαθε να αγαπάη αυτούς που την πικραίνουν και την ταπεινώνουν. Επίσης με καμάρι έλεγε ότι ο πατέρας της είναι βοσκός. Θαύμαζε την καθαρότητα της ζωής του, την απλότητα και το ανεπιτήδευτο του χαρακτήρα του. Πολλές φορές, την εορτή των Χριστουγέννων, όταν μιλούσε για την καθαρότητα των Ποιμένων που προσκύνησαν το θείο Βρέφος, δεν παρέλειπε να συμπληρώνη ότι και αυτή κατάγεται από ποιμενική οικογένεια. «Τα χρήματα που μου έστελναν οι γονείς μου, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Θεσσαλονίκη, αισθανόμουν», έλεγε, «ότι έσταζαν αίμα και ιδρώτα. Γι α?τό δεν τα ξόδευα άσκοπα. Λαχταρούσα κάποτε να πάρω ένα γλυκό και δεν είχα την δυνατότητα». Μάλιστα, έλεγε ότι ο Καθηγητής της, στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αείμνηστος Δημήτριος Τσάμης βλέποντας τις οικονομικές δυσκολίες που είχε και θέλοντας να την βοηθήση την κάλεσε στο σπίτι του και της πρότεινε να παραδίδη μαθήματα στα παιδιά του.


Αν και σπούδασε με πολλές στερήσεις, ποτέ δεν παραπονέθηκε γι’ αυτό. Ήταν πάντα ολιγαρκής σε όλες τις προσωπικές της ανάγκες. Δεν φοβόταν την στέρηση αγαθών και δεν επιζητούσε τίποτε εκτός από τα απαραίτητα. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η προσφορά της αγάπης προς όλους, μικρούς και μεγάλους. Ήταν πάντα πρόθυμη να βοηθήση.


Όταν αποφοίτησε από το Δημοτικό Σχολείο συνέχισε τις σπουδές της στο Γυμνάσιο της Πωγωνιανής. Έμενε τότε στο Μαθητικό Οικοτροφείο της Πρόνοιας με δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Μια παιδική της φίλη διηγείται: «Η δύναμις του Οικοτροφείου ήταν 240 κορίτσια. Στον θάλαμο είμασταν 40 σε 20 διώροφα κρεββάτια. Δεν γνωριζόμασταν όλες μεταξύ μας. Την Χαρά όμως όλες την γνώριζαν καλά, ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί της, την αγαπούσαν και την εκτιμούσαν πολύ. Θυμάμαι την χαρά της, όταν ετοιμαζόταν να κοινωνήση, και απορούσα. Για να μη πληρώνη στο Οικοτροφείο την μικρή οικονομική συνδρομή για την διαμονή της, γιατί δεν ήθελε να επιβαρύνη τους γονείς της, που ήσαν φτωχοί, κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες και διάβαζε πολύ ώστε να διατηρή την υποτροφία και να διαμένη δωρεάν. Υπήρχαν φορές που δεν χορταίναμε το φαγητό και αγοράζαμε από το παντοπωλείο κονσέρβες και τις μοιραζόμασταν».


Στην ηλικία αυτή συνδέθηκε με το κατηχητικό και ιεραποστολικό έργο της Ιεράς Μητροπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης. Σε επιστολή της μια φίλη της που έζησαν μαζί στο Οικοτροφείο, η κ. Αγγελική Μόκα, μεταξύ των πολλών σημειώνει τα εξής: «Η Γερόντισσα ήταν στην Δ? Γυμνασίου και εγώ στην Α?. Μας μάζευε, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, κυρίως τα Σαββατοκύριακα και αργίες και μας έκανε κύκλο Αγίας Γραφής. Της άρεσε, θυμάμαι, αφού πρώτα έπαιρνε άδεια από την Διευθύντρια του Οικοτροφείου, να μας πηγαίνη με δική της ευθύνη να ανάβουμε τα καντηλάκια στα εξωκκλήσια, κυρίως όταν ξημέρωνε Κυριακή η κάποια γιορτή. Η Γερόντισσα με έμαθε ότι γιορτάζω των Ταξιαρχών και μέχρι σήμερα το θυμάμαι. Ήταν άνθρωπος με πολλά χαρίσματα. Η πειθαρχία της, η υπομονή της, η αντοχή, η εργατικότητα και κυρίως η αγάπη για τον άνθρωπο. Βοηθούσε όλες τις κοπέλες στο Οικοτροφείο, όπου η καθεμιά την καλούσε, ακόμη και στα μαθήματα. Θυμάμαι, όταν κάποια κοπέλα δεν τα κατάφερνε τόσο καλά στο διάβασμα, εκείνη δεν σκεφτόταν τον εαυτό της για την άλλη μέρα να πάη διαβασμένη, καθόταν αργά την νύχτα και την βοηθούσε να καταλάβη το μάθημα και έπειτα αυτή θα πήγαινε να κοιμηθή, για να ξυπνήση πάλι το πρωΐ πρώτη και να έχη την έγνοια αν όλες ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε για το σχολείο. Θυμάμαι το ενδιαφέρον της και τις συμβουλές της και σήμερα μπορώ να πω ότι ούτε η μητέρα μου δεν θα με φρόντιζε έτσι με αυτή την αγάπη, που δεν σε χαϊδεύει, αλλά σε μαθαίνει να στηρίζεσαι στα πόδια σου. Δεν θα ξεχάσω την υπευθυνότητα και την ωριμότητα που είχε ως άνθρωπος. Για την ηλικία της ήταν φοβερά υπεύθυνος άνθρωπος και πονούσε αυτή για τα λάθη των άλλων. Ήταν άνθρωπος με ισχυρή θέληση και θάρρος, γιατί τίποτε δεν την τρόμαζε στην ζωή της. Η δυνατή της πίστη στον αληθινό Θεό φαινόταν στον τρόπο ζωής της».


Αγαπούσε και τιμούσε τους Κατηχητές, τις Κατηχήτριές της, τους δασκάλους και τους Καθηγητές της στο Γυμνάσιο και έλεγε «τους χρωστάω ευγνωμοσύνη μεγάλη γιατί μου άλλαξαν την ζωή». Ιδιαίτερα σεβόταν τον μακαριστό Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κυρό Σεβαστιανό. Έλεγε: «Μας αξίωσε ο Θεός να γνωρίσουμε καλά ράσα» εννοώντας τον Μητροπολίτη του τόπου και τον μακαριστό Μητροπολίτη Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο τον οποίο αγαπούσε πολύ. Έλεγε ότι διάβαζε πολύ εκείνα τα χρόνια και ήταν άριστη μαθήτρια στο Γυμνάσιο, αλλά αργότερα -έλεγε συγκεκριμένα- όταν γνώρισα τον Χριστό, μειώθηκε η επίδοσή μου στα μαθήματα γιατί είχα θέσει άλλες προτεραιότητες και προτιμήσεις.


Ως φοιτήτρια στην Θεολογική Σχολή, αλλά και ως εκπαιδευτικός μετέπειτα, βοήθησε πολλά νέα παιδιά με τον λόγο της, τον ενθουσιασμό της και το παράδειγμά της. Είχε πολλές φίλες και συνδεόταν προσωπικά με την κάθε μια ξεχωριστά. Διατηρούσε επικοινωνία με τους Καθηγητές της από το Πανεπιστήμιο, το Γυμνάσιο και το Δημοτικό Σχολείο, με τους Κατηχητές και τις Κατηχήτριές της και με πολλούς μαθητές της. Πολλοί από αυτούς την επισκέπτονταν στο Μοναστήρι και εξέφραζαν με ποικίλους τρόπους την αγάπη τους και την χαρά τους όταν την έβλεπαν. Ιδιαίτερα την επισκέπτονταν από τους τόπους που έζησε και εργάσθηκε ως εκπαιδευτικός. Από τα Γιάννενα, την Θεσσαλονίκη, το Μέτσοβο, την Έδεσσα. Διαβεβαίωναν δε τις μοναχές ότι την εκτιμούσαν για την απλότητά της και το αυθόρμητο του χαρακτήρα της. Πραγματικά, η Γερόντισσα Φωτεινή δεν τα πήγαινε καλά με τον καθωσπρεπισμό και την ψεύτικη ευγένεια. Δεν μπορούσε ποτέ να κολακέψη άνθρωπο. Ήταν πάντα αληθινή. Έλεγε: «Δεν μπορώ να αγαπώ έναν άνθρωπο και να ξέρω ότι ζη στην αμαρτία. Δεν το αντέχω. Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά». «Να αγαπήσουμε τον Χριστό. Αυτός και εγώ. Κανείς άλλος μεταξύ μας». «Για δύο λόγους ήθελα να γίνω μοναχή: για να ζω πιο πολύ με τον Θεό και για τους ανθρώπους που αγαπώ. Δεν θα μπορούσα αλλιώς να τους βοηθήσω παρά μόνο με την προσευχή». Σε αγαπητό της πρόσωπο έλεγε: «Δεν θέλω να φοβάσαι όταν θα πεθάνης» η «Πρόσεχε πως ζης. Δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι εσύ δεν θα σωθής». Στους "αντιδραστικούς" με την Εκκλησία έλεγε την χαρακτηριστική φράση: «Αυτόν θα τον "εκδικηθώ" με την αγάπη». Και πράγματι αυτή η "εκδίκηση" πάντα είχε θετικό αποτέλεσμα. Οποιος ήταν τυχερός από την γνωριμία της έμπαινε στην καρδιά της για πάντα, μέχρι και την αιωνιότητα, όπως έλεγε.


Ως Ηγουμένη της Ιεράς Μονής, 1987-2007, σεβόταν υπερβολικά τους θεσμούς. Εκτιμούσε βαθύτατα τον οικείο Ποιμενάρχη μας, τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμο. Έλεγε: «Πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό γι’ αυτό το δώρο». Αισθανόταν σιγουριά και ασφάλεια στο πρόσωπό Του. Επίσης τιμούσε όλους τους ιερείς που επισκέπτονταν την Ιερά Μονή και εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της στους ιερείς που εργάζονται στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως και εξυπηρετούν το Μοναστήρι.


Με πολλή ευχαρίστηση και ενθουσιασμό μιλούσε πάντοτε για τους κατοίκους της περιοχής και μάλιστα για τους ενορίτες Ακραιφνίου και Κοκκίνου. Οι ιερείς των δύο Ενοριών καθώς επίσης και οι αρχές του τόπου συνεργάσθηκαν άριστα μαζί της. Της έκανε εντύπωση μεγάλη και την συγκινούσε βαθύτατα η αγάπη των κατοίκων για το Μοναστήρι που εκφραζόταν με πολλούς τρόπους.


Ήθελε το Μοναστήρι να δέχεται με χαρά όλους τους προσκυνητές. Ακούραστη πάντα άκουγε τα προβλήματά τους και συμμετείχε στον πόνο τους. Τα τελευταία χρόνια επισκέπτονταν το Μοναστήρι πολλοί προσκυνητές με λεωφορεία είτε από Ενορίες με ιερείς, είτε από τουριστικά Γραφεία. Όσο απασχολημένη και αν ήταν θα κατέβαινε στο αρχονταρίκι για να χαιρετήση και να απευθύνη λόγο που ανέπαυε και παρηγορούσε τους προσκυνητές. Μερικοί, βλέποντας την απλότητα που διέκρινε την Γερόντισσα στην φιλοξενία και την αγάπη της στον κάθε άνθρωπο που έπασχε, γίνονταν απαιτητικοί με τις συχνές επισκέψεις τους στην Μονή. Παρουσίαζαν για αλήθεια τις πιο απίθανες ιστορίες που πάντα ήταν δακρύβρεχτες. Έτσι συνήθισαν να έρχονται διάφοροι "ζητιάνοι", επαγγελματίες, για ελεημοσύνη που έπρεπε όμως να φύγουν όλοι με γεμάτα τα χέρια από το Μοναστήρι. Ενδεικτικό είναι ένα περιστατικό.


«Μια μέρα ήρθε κάποιος τσιγγάνος με την μάνα του. Οδηγούσε ένα πολυτελέστατο αυτοκίνητο, τελευταίας τεχνολογίας, σε μεταλλικό ασημί χρώμα. Επειδή εκείνη την περίοδο η Νομαρχία φρόντιζε τον δρόμο για το Μοναστήρι, νομίσαμε πως ήρθε ο Νομάρχης. Όταν καταλάβαμε τον σκοπό της επισκέψεως μερικές αδελφές που βρέθηκαν εκείνη την στιγμή εκεί δυσανασχέτησαν. Η Γερόντισσα τους ετοίμασε μόνη της τον δίσκο με τον καφέ, τους έδωσε τρόφιμα και τους πλήρωσε την βενζίνη που έκαψαν για να έρθουν στο Μοναστήρι».


Ο λόγος του Πνευματικού Πατέρα της Μονής, του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, που με την ευλογία του Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου, έχει την πνευματική επίβλεψη της Ιεράς Μονής, ήταν γι α?τήν νόμος. Θεωρούσε τον εαυτό της μια απλή μοναχή, όπως όλες οι άλλες. Σε πολλά πνευματικά θέματα, αν και γνώριζε καλά τι έπρεπε να πη, απέφευγε να απαντήση η ίδια και έλεγε στις μοναχές: «Περιμένετε, ρωτήστε τον Δεσπότη όταν έρθη». Η υπακοή της και η αφοσίωσή της στον Πνευματικό της Πατέρα ήταν υποδειγματική. Όταν έλεγε κανείς επαινετικά λόγια για το Μοναστήρι η για την ίδια έλεγε: «Το Μοναστήρι το φροντίζει η Παναγία πρώτα και έπειτα ας είναι καλά τα δύο γιώτα (Ιερώνυμος-Ιερόθεος)».


Σεβόταν την κάθε μοναχή και την θεωρούσε πρόσωπο και εικόνα του Θεού. Έλεγε: «Η κάθε μια από τις αδελφές ξέρει γιατί έγινε μοναχή και τι ζητάει». Συχνά τόνιζε πως «σημασία έχει με ποιά κίνητρα κάνω κάτι και με τι λογισμό». Έλεγε ότι: «Η αγάπη στον Θεό δεν είναι αληθινή, όταν δεν συνδέεται με την αγάπη στον αδελφό». Δεν μπορούσε να δεχθή την περιφρόνηση στον αδελφό. «Τι να τα κάνω εγώ τα χαρίσματα, όταν δεν σεβόμαστε τον αδελφό, "τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο, ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές"!». «Καλό και το διακόνημα, αλλά όσο τέλεια και να το κάνω δεν φτάνει. Τι γίνεται με την μετάνοια, την προσευχή, την αυτομεμψία;». «Εμείς οι Μοναχές πρέπει να ζούμε αγκαλιά με τον Σταυρό αφού Τον αγαπούμε. Ευτυχώς υπάρχει η αιωνιότητα. Αλλιώς θα είμασταν πεθαμένοι. Όλα εδώ στην γη είναι ατμός». «Να μάθουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Τι λόγο θα δώσουμε στον Θεό! Να έχουμε το μέλι και να μη το δοκιμάζουμε, τι κρίμα, ενώ είμαστε πλούσιες, να πεθάνουμε φτωχές "γύφτες", να μη προλάβουμε να ζήσουμε αυτό που ερωτευθήκαμε! Διαβάσαμε, ακούσαμε, και είδαμε τόσα πολλά! Θα είμαστε αναπολόγητες "εν τη ημέρα τη φοβερά"». Στενοχωριόταν τον τελευταίο καιρό που έβλεπε τις μοναχές να την φροντίζουν ιδιαίτερα, λόγω της ασθενείας της, και με δάκρυα στα μάτια έλεγε: «Συγχωρέστε με που σας κουράζω. Μ' εχετε βασίλισσα!».


Αγαπούσε πολύ τις Ακολουθίες στον Ναό. Έλεγε ότι μας αξίωσε ο Θεός να βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση. Ενώ ο κόσμος βγαίνει πρωΐ-πρωΐ για τις δουλειές του, εμείς υμνούμε και δοξάζουμε τον Θεό! Της άρεσε να διαβάζη το Ψαλτήρι. Πολλές φορές, αν διέκρινε ότι κάποια αδελφή ήταν κουρασμένη την ώρα της Ακολουθίας, ζητούσε να διαβάση το Ψαλτήρι για να την ξεκουράση. Διάβαζε και έψαλλε με όλη την δύναμη της ψυχής της και με τον τρόπο αυτό παρακινούσε και εμάς. Είχε μεγάλη αδυναμία στο βιβλίο της Παρακλητικής και παρακολουθούσε ιδιαίτερα τους Κανόνες και το Μηναίο, μάλιστα όταν έβλεπε να γράφη "Ιωάννου Μοναχού" ήταν αδύνατο να κρύψη τον ενθουσιασμό της, γιατί αγαπούσε πολύ τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Ο Αναστάσιμος όρθρος της Κυριακής με τους Αναβαθμούς, τα Εξαποστειλάρια, τα Εωθινά και στην συνέχεια η θεία Λειτουργία της Κυριακής ήταν γι’ αυτήν ένα πανηγύρι.


Όσον αφορά το θέμα της ασθενείας της, μετά την διάγνωση της μαγνητικής εξέτασης είπε: «Δεν είναι τυχαία αυτή η ασθένεια. Ο Θεός την επέτρεψε. Έχει τους λόγους Του. Προσευχηθείτε να την αντιμετωπίσω σωστά. Ταλαιπωρώ τόσους ανθρώπους. Τόσοι ενδιαφέρονται και προσεύχονται για μένα! Σαν μοναχές, όπου και αν πάμε, όλοι μας σέβονται και μας εξυπηρετούν. Πόσο ταλαιπωρείται όμως ο κόσμος!».


Αντιμετώπισε την ασθένεια με πίστη στον Θεό και δοξολογία. Ο θάνατός της ήταν μία κοίμηση. Είχε πλήρη συναίσθηση μέχρι την τελευταία στιγμή. Έφυγε προσευχομένη εν μέσω προσευχομένων αδελφών και με την ευχή του Πνευματικού της Πατέρα, την στιγμή που στο Μοναστήρι της προσεύχονταν θερμά όλες οι αδελφές.


Πολλές φορές η Γερόντισσα μιλούσε για τον θάνατο και για την μνήμη του θανάτου που πρέπει να καλλιεργή ο Μοναχός. «Όλη την ζωή μας πρέπει να την θεωρούμε σαν προετοιμασία για την ώρα του θανάτου. Όταν ο Θεός θα πη το STOP να μη φοβόμαστε».

Κάθε χρόνο την ημέρα του Πάσχα επανελάμβανε προτάσεις από τον Κατηχητικό Λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Έλεγε συγκεκριμένα: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος». Έψαλλε με όλη την δύναμη της ψυχής της και της φωνής της τον Αναστάσιμο Κανόνα του Πάσχα.

Το Μέγα Σάββατο αυτήν την χρονιά λειτούργησε στο Μοναστήρι ο Μητροπολίτης κ. Ιερώνυμος. Την στιγμή κατά την οποία ο Σεβασμιώτατος έψαλλε το "Ανάστα ο Θεός..." και πετούσε στον Ναό τις δάφνες, η Γερόντισσα, κατά κοινή ομολογία, ζούσε την χαρά της Αναστάσεως και, όταν ο Σεβασμιώτατος μπήκε μέσα στο Άγιο Βήμα, πήρε στα χέρια της το πανέρι και με πολλή χαρά και ενθουσιασμό σκόρπισε η ίδια τις υπόλοιπες δάφνες που είχαν απομείνει. Όταν επέστρεψε στην θέση της είπε: «Τι μεγαλείο ζούμε μέσα στην Ορθοδοξία! Είναι τιμή για μας να είμαστε παιδιά Θεού ζώντος». Όταν, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και την συζήτηση που είχε με τον Σεβασμιώτατο, της προτάθηκε να αναπαυθή λίγο, γιατί ήταν ταλαιπωρημένη και από την xημειοθεραπεία και από την ορθοστασία, είπε: «Δεν αισθάνομαι καθόλου κουρασμένη. Ο Απόστολος, που ακούσαμε σήμερα στην Θεία Λειτουργία, δεν μ’ αφήνει σε ησυχία, "ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν"». Όσοι την έζησαν εκείνες τις ώρες, αισθάνονταν ότι είχαν κοντά τους μία μάρτυρα της Αναστάσεως του Χριστού, όχι μόνον "εξ ακοής" αλλά και "από θέας", μια μαθήτρια και ευαγγελίστρια Χριστού.

Παρακαλούμε τον Κύριο, που γνωρίζει πιο καλά από τον καθένα όλη της την ζωή, Τον έχοντα ζωής και θανάτου την εξουσία, να την συναριθμήση "εν τη Εκκλησία των πρωτοτόκων" και "εν ταις λαμπρότησι των Αγίων". Να της χαρίση την ανώδυνη και ατελεύτητη ζωή όπου λάμπει το φαιδρό και ανέσπερο Φως.-

Μ.Γ.

(Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Ιαν. 2008)

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΝΑΝΤΙΕΖΝΤΑ



Γεύση παραδείσου στην καρδιά της Ρωσίας.


Του πατρός Νεκταρίου Αντωνοπούλου.
Ηγουμένου Ιεράς Μονής Σαγματά



Ήταν 10 Ιουνίου του 2000, παραμονή της εορτής του αγίου Λουκά του ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Βρισκόμουν στον ναό της Αγίας Τριάδος Συμφερουπόλεως για τον πανηγυρικό εσπερινό και τον όρθρο. Ανάμεσα στους χιλιάδες προσκυνητές διέκρινα μία ηλικιωμένη μεγαλόσχημη μοναχή. Ήταν ή Γερόντισσα Ναντιέζντα (Ελπίδα) από την Σεβαστούπολη. Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε ή μορφή της και ή καλοσύνη της. Οι συγγενείς της πού την συνόδευαν μου είπαν ότι ή γερόντισσα ήταν πνευματικό παιδί του αγίου Λουκά. Την ξαναείδα την επόμενη χρονιά στην Σεβαστούπολη. Μιλήσαμε λίγο περισσότερο και κατάλαβα ότι πρόκειται για πνευματικό θησαυρό. Δυστυχώς ό χρόνος με πίεζε και δεν είχα την δυνατότητα να μείνω περισσότερο. Την αποχαιρέτισα λέγοντας ότι, αν θέλει ό Θεός, την επόμενη χρονιά θα την επισκεφθώ στο σπίτι της.


Πράγματι τον Ιούνιο του 2002 την επισκέφθηκα στην κατοικία της. Μένει στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Το μικρό διαμέρισμα της αποτελείται από ένα δωμάτιο, ένα στενό διάδρομο και μία μικρή κουζίνα, ανήλιο και απεριποίητο, σε άθλια κατάσταση, όπως άλλωστε και όλη ή πολυκατοικία. Ή γερόντισσα μένει με την κόρη της και την εγγονή της. Ό τοίχος πάνω από το κρεβάτι της είναι καλυμμένος από εικόνες και στην γωνία υπάρχει ένα τραπεζάκι με ακοίμητο καντήλι.


Μας υποδέχθηκε όλο χαρά: «Καλώς ορίσατε! Τι μεγάλη ευλογία είναι αυτή, να έρθετε σε μένα την αμαρτωλή...». Πήρε από το τραπέζι ένα και μοναδικό πορτοκάλι και μου το έδωσε.


«Το φύλαγα για σένα», συνέχισε.
«Ξέρεις πριν από ένα μήνα ήμουν πολύ άσχημα. Άρχισαν να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου, έπεσε ή πίεση μου και κατάλαβα ότι σύντομα θα φύγω για το μεγάλο ταξίδι. Ήρθε ό ιερέας και με κοινώνησε, αποχαιρέτισα τους δικούς μου και περίμενα. Κάποια στιγμή όμως θυμήθηκα τα λόγια σου και την υπόσχεση σου. Παρακάλεσα τότε τον άγιο Λουκά και του είπα: «Άγιε μου Λουκά, ό π. Νεκτάριος μου είπε ότι σε ένα μήνα θα έρθει να με δει. Αν θέλεις, άφησε με να ζήσω μέχρι τότε και μετά ας φύγω. Πράγματι ό άγιος με άκουσε, οί δυνάμεις μου επανήλθαν, ή πίεση ανέβηκε και τώρα είμαι καλά». Την άκουσα με έκπληξη και κάπως αμήχανα της είπα: «Μα και εγώ ήθελα να σε δω ζωντανή». Πολύ χαριτωμένα απάντησε. «Και εγώ προσπαθούσα να ζήσω».


Την ρωτήσαμε για την ζωή της.
«Γεννήθηκα το 1906. Έζησα πάρα πολλά στην ζωή μου. Φτώχεια, πείνα, δυστυχία, επαναστάσεις, πολέμους...».
Να σημειώσουμε εδώ ότι ή Σεβαστούπολη ανήκει σε εκείνες τις πόλεις πού έχουν ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα. Λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, ξέσπασε ό εμφύλιος πόλεμος μεταξύ «Λευκών» και «Κόκκινων», ό όποιος κράτησε σχεδόν τέσσερα χρόνια. Εκατομμύρια οί νεκροί και περισσότερα τα άλλα θύματα και οί τραυματίες. Ή πλέον αιματηρή φάση αυτού του πολέμου έλαβε χώρα στην Κριμαία. Μετά την αποχώρηση των «Λευκών», οί σφαγές έφτασαν στο απόγειο τους. Μέσα σε ενάμισι μήνα εκτελέστηκαν περίπου 50.000 άνθρωποι. Ειδικά ή Σεβαστούπολη έζησε ημέρες φρίκης και γι' αυτό ονομάστηκε «πόλη των κρεμασμένων». Ή κεντρική λεωφόρος ήταν γεμάτη πτώματα. Όσους συνελάμβαναν τους κρεμούσαν στους δρόμους, για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό, ενώ σε όλη την πόλη κυριαρχούσαν αφίσες με το σύνθημα «θάνατος στους προδότες».
Στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ή Σεβαστούπολη δοκίμασε και πάλι την
φρίκη του πολέμου. Το μέρος είναι στρατηγικής σημασίας και οί δυο αντίπαλοι πολέμησαν λυσσαλέα και είχαν αμέτρητους νεκρούς. Ή Σεβαστούπολη κράτησε για 249 ήμερες και όλο αυτό το διάστημα βομβαρδίστηκε ανελέητα. Όταν σταμάτησαν οί μάχες, μόνον επτά κτήρια είχαν μείνει όρθια, ή υπόλοιπη πόλη είχε ισοπεδωθεί.


Ή γερόντισσα συνέχισε: «Πρώτα ζήσαμε την φρίκη του εμφυλίου πολέμου. Ήμουν μικρό κορίτσι τότε και ή πόλη μας έζησε πολλές δυστυχίες. Χύθηκε πολύ αίμα τότε. Στην δεκαετία του '30 παντρεύτηκα και απέκτησα δυο κορίτσια. Σε λίγο ξέσπασε ό Β' Παγκόσμιος πόλεμος και ό άνδρας μου έφυγε για το μέτωπο. Οί Γερμανοί τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και έμεινε αρκετό καιρό στα γερμανικά στρατόπεδα. Μετά τον πόλεμο οί αιχμάλωτοι επέστρεψαν, αλλά όχι στα σπίτια τους, τους έστειλαν στην Σιβηρία Πράγματι αυτή ήταν ή παράλογη πολιτική του Στάλιν. Οί ταλαίπωροι Ρώσοι αιχμάλωτοι, όσοι βέβαια επέζησαν από τις κακουχίες των γερμανικών στρατοπέδων, θεωρήθηκαν από τον Στάλιν μολυσμένοι από το «μίασμα του καπιταλισμού» και γι' αυτό θα έπρεπε να υποβληθούν σε «αποτοξίνωση» και αντικαπιταλιστική θεραπεία. Έτσι λοιπόν οδηγήθηκαν όλοι στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ! Τον άνδρα μου δεν τον ξαναείδα. Δεν άντεξε στις κακουχίες και πέθανε εκεί. Με μεγάλες δυσκολίες μεγάλωσα τα δυο μου παιδιά. Μόνη μου παρηγοριά και ελπίδα ήταν ή πίστη στον Θεό. Από μικρή ήμουν στην εκκλησία και αυτό με στήριξε. Ας είναι δοξασμένο το όνομα Του».


Γνωριμία με τον άγιο Λουκά
Γνώρισα τον άγιο Λουκά το 1951 και αυτή ή γνωριμία ήταν ή μεγαλύτερη ευλογία στην ζωή μου. Για δέκα χρόνια του έφτιαχνα τα πρόσφορα της Θ. Λειτουργίας και δεν έχανα τα κηρύγματα του. Τον επισκεπτόμουν στο γραφείο του, μιλούσαμε συχνά και πολλές φορές φάγαμε μαζί. Μας βοήθησε πολύ αλλά και όλο τον κόσμο. Ό ίδιος πολλές φορές έμεινε νηστικός για να ταΐζει τους άλλους. Ό άγιος Λουκάς φαινόταν αυστηρός, όμως δεν ήταν. Όταν τον πλησίαζα έβλεπα έναν γλυκύτατο άνθρωπο, γεμάτο αγάπη. Όλοι τον αγαπούσαμε και τον θεωρούσαμε πατέρα μας. Παρόλο πού ή κατάσταση ήταν δύσκολη -ή Εκκλησία ήταν υπό διωγμό και κινδυνεύαμε να χάσουμε τις δουλειές μας- τρέχαμε κοντά του για να ακούσουμε τα κηρύγματα του. Άλλα και όταν τελείωνε ή Θ. Λειτουργία δεν φεύγαμε, τον περιμέναμε και τον ακολουθούσαμε μέχρι το σπίτι του. Όταν φτάναμε, εκείνος γύριζε όλο αγάπη και μας ευλογούσε. Όταν ή κόρη μου ήταν μικρή, είχε πρόβλημα με την σκωληκοειδίτιδα και οι γιατροί συνέστησαν εγχείριση. Την πήγα στον άγιο Λουκά, την εξέτασε και μας είπε: «Όχι, να μην κάνει εγχείριση, δεν είναι τίποτα». Πράγματι από τότε δεν την ξαναενόχλησε. Θυμάμαι ότι τον είχα δει λίγες μέρες πριν από την κοίμηση του. Ήταν στο κρεβάτι του, πολύ αδύναμος, δεν μπορούσε καλά - καλά να μιλήσει. Μόνο κάτι μου ψιθύρισε και πήρα την ευχή του. Στην κηδεία του ήμουν παρούσα. Τα δυο βράδια πού παρέμεινε το σκήνωμα του στο ναό ήμουν εκεί και του διάβαζα το ψαλτήρι. Το δεύτερο βράδυ, καθώς διάβαζα το ψαλτήρι, τον είδα μπροστά μου ολοζώντανο. Καθόταν λίγο πιο πέρα κοντά σε ένα τραπέζι. Έμεινα άφωνη.


Την ημέρα της κηδείας του έγινε μεγάλη μάχη με τους αστυνομικούς, πού δεν μας επέτρεπαν ούτε να μεταφέρουμε το λείψανο του από τον κεντρικό δρόμο ούτε να ψάλλουμε. Δεν θα ξεχάσω το έξης καταπληκτικό γεγονός: Όταν δίναμε την μάχη με τους αστυνομικούς πάνω από το φέρετρο του, εμφανίστηκαν στον ουρανό χιλιάδες περιστέρια πού έκαναν κύκλους και τιτίβιζαν. Ακολούθησαν όλη την εκφορά του αγίου Λουκά στον κεντρικό δρόμο μέχρι το κοιμητήριο. Ή διάρκεια ήταν περίπου τρεισήμισι ώρες. Όλη αυτή την ώρα ψάλλαμε το «Άγιος ό Θεός» και τα περιστέρια μας ακολουθούσαν. Όταν φτάσαμε στο κοιμητήριο, τα περιστέρια κάθισαν πάνω στην στέγη της εκκλησίας. Σαν τελειώσαμε και αρχίσαμε να αποχωρούμε, τα περιστέρια πέταξαν τιτιβίζοντας και κανείς ποτέ δεν τα ξαναείδε. Ήταν χιλιάδες περιστέρια και το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη εντύπωση. Ακόμη και οι «άθεοι» προβληματίστηκαν.
Όλα τα πνευματικά του παιδιά είχαν πεισθεί ότι επρόκειτο περί αγίου. Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία και ότι του ζητούσαμε στην προσευχή μας, μας το έδινε. Από τότε με επισκέφθηκε κάποιες φορές. Την τελευταία φορά πού ήρθε πρόσεξα ότι το ράσο του είχε λίγες λάσπες. Το καθάρισα και του είπα: «Δεσπότη μου, πού λερώθηκες; Άλλη φορά να προσέχεις...».
Μας ήλθε στο μυαλό ή προτροπή του Χριστού να γίνουμε σαν τα παιδιά και θαυμάσαμε την απλότητα και την αμεσότητα της.


Ή κούρα
«Ή κούρα μου έγινε το 1997. Ήθελα από πολύ καιρό να γίνω μοναχή, αλλά δεν δινόταν ή ευκαιρία. Τελικά, αυτή μου την επιθυμία την πληροφορήθηκε ό Μητροπολίτης μας κ. Λάζαρος, ό όποιος έδωσε και την ευλογία να γίνει ή κούρα. Δεν πήγα σε μοναστήρι, γιατί δεν υπάρχει κάποιο εδώ κοντά. Επιπλέον είμαι πολύ μεγάλη σε ηλικία και γι' αυτό αποφάσισα να μείνω εδώ. Χωρίσαμε το δωμάτιο στην μέση με την κόρη μου (και δείχνοντας το κρεβάτι και τις εικόνες συνέχισε) από εδώ είναι το μοναστήρι και (δείχνοντας το κρεβάτι της κόρης της απέναντι) από εκεί είναι ό κόσμος.
Ή μέρα μου περνάει με προσευχή. Τι άλλο να κάνω; Μοναχή είμαι. Παλιότερα διάβαζα όλη την ημέρα πολλές παρακλήσεις και τους χαιρετισμούς στην Παναγία. Τώρα δεν βλέπω σχεδόν καθόλου, ούτε ακούω καλά. Μου διαβάζει ή κόρη μου και τις υπόλοιπες ώρες κάνω κομποσχοίνι. Το 'ίδιο και την νύχτα, γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ πολύ. Λέω την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με την αμαρτωλή». Προσεύχομαι για τον Δεσπότη μας, για τους ιερείς, για τους μοναχούς μας αλλά και για όλο τον κόσμο. Προσεύχομαι και για εσένα να σε έχει ό Θεός καλά. Σταμάτησε για λίγο και μετά συνέχισε: «Ξέρεις σήμερα είμαι πολύ χαρούμενη, αλλά και πολύ λυπημένη. Αύριο είναι της Αναλήψεως και ό Χριστός μας θα φύγει. Χαίρομαι πού θα αναληφθεί στους ουρανούς, αλλά πάλι λυπάμαι πού θα φύγει... Εγώ ήθελα να μείνει! Άλλα οπού να 'ναι θα φύγω κι εγώ, είμαι πλέον άχρηστη. Να μην τους κουράζω και τους ενοχλώ».
Στο σημείο αυτό επενέβη ή κόρη της: «Ή μητέρα μου όλο αυτό μου λέει. Όμως είναι ένας άνθρωπος πού ποτέ δε με κούρασε. Δεν είναι καθόλου απαιτητική, ούτε πού μας ενοχλεί. Για ποιο λόγο να φύγει; Είμαστε τόσο αγαπημένες και περνάμε τόσο όμορφα μαζί. Κάνουμε την προσευχή μας, διαβάζουμε τους βίους των αγίων. Τι άλλο θέλουμε;».
Πέρασε αρκετός καιρός. Τον Οκτώβριο του 2003 την επισκεφθήκαμε και πάλι με μία ομάδα νέων παιδιών από την Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας. Το μικρό δωμάτιο γέμισε ασφυκτικά, οί περισσότεροι δεν χωρούσαν και έμειναν στον διάδρομο. Ή χαρά της γερόντισσας ήταν πολύ μεγάλη. «Μεγάλη χαρά μου δίνετε. Ήρθατε τόσοι άνθρωποι σε μένα! Ευχαριστώ πού με θυμηθήκατε. Σαν πουλάκια από τον ουρανό ήρθατε, σαν άγγελοι».
Μεταξύ των άλλων μας διηγήθηκε και δυο περιστατικά, από αυτά πού συναντάει κανείς μόνο στα παλιά συναξάρια, πού δείχνουν την μεγάλη της καρδιά. «Πριν από μερικά χρόνια πήγαινα με την κόρη μου στην εκκλησία. Στον δρόμο βρήκαμε ένα μικρό παιδί ρακένδυτο. Το ρωτήσαμε από που είναι και που μένει. Το παιδί ήταν εγκαταλελειμμένο, δεν είχε ούτε γονείς, ούτε σπίτι. Του είπα: «Θέλεις να έρθεις να μείνεις μαζί μας»; Δέχθηκε και έτσι πήραμε το παιδί στο σπίτι και το κρατήσαμε τρία-τέσσερα χρόνια. Αργότερα βρέθηκαν κάποιοι συγγενείς από την Βύνιτσα, πολύ μακριά από εδώ και πήραν το παιδί μαζί τους.
Δυστυχώς τώρα δεν έχουμε επικοινωνία με το παιδί. Δεν μας πήρε τηλέφωνο, ούτε μας έστειλε γράμμα. Δεν πειράζει, ας είναι καλά το παιδί, ας το έχει καλά ό Θεός. Εμείς αυτό μπορούσαμε να κάνουμε και το κάναμε».


Θαυμάσαμε την αρχοντιά της. Ή ψυχή πού γνωρίζει να αγαπάει, να προσφέρει και να θυσιάζεται δεν παραπονιέται για την οποία τυχόν αχαριστία, ούτε απαιτεί την μόνιμη εξάρτηση του άλλου. Παρόμοιο είναι το δεύτερο περιστατικό.
«Μία συγγενής μας έμεινε έγκυος. Επειδή δυσκολευόταν οικονομικά αποφάσισε να κάνει έκτρωση. Την παρακάλεσα να μην κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν ανένδοτη. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να το μεγαλώσει. Έπεσα στα πόδια της, την παρακάλεσα με δάκρυα και της έλεγα ότι θα κάνει ένα έγκλημα, θα σκοτώσει έναν άνθρωπο. Δεν άλλαξε γνώμη και τότε της είπα ότι αφού δεν μπορείς να το μεγαλώσεις, θα μου το δώσεις, θα το υιοθετήσω και θα το μεγαλώσω εγώ. Έτσι πείστηκε. Το παιδί γεννήθηκε και το πήραμε σπίτι μας. Σήμερα είναι 14 χρονών».
Έτσι ή μικρή Άννα μεγαλώνει στο σπίτι της γερόντισσας. Πρόκειται για ένα πολύ καλό και πρόθυμο κορίτσι, πού ζει χάρη στην αγάπη της αγιασμένης γιαγιάς της. Το αξιοθαύμαστο είναι τι ή γερόντισσα Ναντιέζντα όχι μόνο δεν είναι πλούσια, αλλά παίρνει σύνταξη πείνας. Μόλις έξι εύρώ τον μήνα και άλλα τόσα ή κόρη της. Τα χρήματα δεν φτάνουν για να ζήσουν, αλλά ή γερόντισσα είναι απόλυτα παραδομένη στο θέλημα του Θεού.


Καθίσαμε κοντά της πάνω από μια ώρα. Το χαμόγελο ήταν μόνιμο στα χείλη της και ό λόγος της ένα ξεχείλισμα χαράς. Δεν ακούσαμε κανένα παράπονο, μόνο δοξολογία του Θεού. Ή μορφή της ήταν γεμάτη αγάπη και καλοσύνη. Τα μάτια της βλέπουν ελάχιστα, τα μάτια της ψυχής της όμως είναι ορθάνοιχτα ΄Στα χέρια της γύριζε συνεχώς το κομποσχοίνι και κάθε τόσο ψιθύριζε την ευχή του Ιησού.


Φεύγοντας μας γέμισε ευχές: «Να πάτε στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Ό φύλακας άγγελος να είναι μαζί σας. Ό άγιος Λουκάς να είναι κοντά σας. Γράψτε μου τα ονόματα σας και την πόλη σας, για να προσεύχομαι για όλους σας και για τους δικούς σας. Τώρα πού θα φύγετε θα κάνω παράκληση στην Παναγία την Οδηγήτρια να σας οδηγεί και να πηγαίνει μπροστά στον δρόμο σας».
Παρόλο πού ήταν καταβεβλημένη ζήτησε επίμονα από την κόρη της να την βοηθήσει να βγει μέχρι έξω για να μας αποχαιρετίσει. Κάθισε στην πόρτα και με δάκρυα στα μάτια μας σταύρωνε συνεχίζοντας τις ευχές. «Ό φύλακας Άγγελος να είναι μαζί σας. Ή Παναγία ή Οδηγήτρια να είναι οδηγός σας».


Μία ώρα κοντά της ήταν μία γεύση Παραδείσου.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 2002

Γερόντισσα Ξένη τῆς Αἰγίνης (1867-1923)

--------------------------------------------------------------------------------

Εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Αἴγινα. Πρόκειται γιὰ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνα μὲ δέκα νέες ποὺ τὸν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ξεχώριζε ἡ Χρυσάνθη Στρογγυλοῦ μία τυφλὴ Κρητικοπούλα.

Γεννήθηκε τὸ 1867 στὰ Χανιὰ τῆς Κρήτης, ὅταν ἔβραζε ἡ κρητικὴ ἐπανάσταση γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Σὲ ἡλικία ἐννέα μηνῶν ἔχασε τὸ φῶς της ἀπὸ μηνιγγίτιδα. Οἱ γονεῖς τῆς Νικόλαος καὶ Μαρία, εὐσεβεῖς ἄνθρωποι τὴν φώτισαν μὲ τὸ χριστιανικὸ φῶς. Ἔτσι ὅταν ἡ τυφλὴ Χρυσάνθη ᾖρθε στὴν Ἀθήνα, φιλοξενήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς οἰκογένειες καὶ χάρη στὴν πνευματική της καλλιέργεια ἀγαπήθηκε ἄπ᾿ ὅλους. Πήγαινε τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, στοὺς Ταξιάρχες, στὸ Πολύγωνο. Φοροῦσε καλογερικά. Ἐκεῖ τὴ συναντοῦσε ἡ Αἰκατερίνα Ματθοπούλου, εὐσεβὴς καὶ εὔπορη. Ἦταν νύφη τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθοπούλου. Ἐκεῖ σύχναζε ἡ εὐσεβὴς κόρη ὅπου καὶ ἐγνώρισε τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸν σπίτι τῆς κ. Ματθοπούλου μετὰ ἀπὸ ἕνα μνημόσυνο. Ἀπὸ τότε ἡ κ. Χρυσάνθη μὲ μιὰ ὁμάδα καλῶν κοριτσιῶν εἶχαν γιὰ πνευματικὸ τοὺς πατέρα τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Οἱ πνευματικὲς συναντήσεις αὐτὲς γίνονταν στὸ σπίτι τῆς νύφης τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθόπουλου. Τὶς ἀφοσιωμένες αὐτὲς καρδιὲς τὶς πυρπολοῦσε ὁ πόθος τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ Θεό. Τὸ 1904 ὁ Σεβ. Νεκτάριος διάλεξε ἕνα μέρος στὴ θέση Ξάντος στὴν Αἴγινα ὅπου ὑπῆρχε ἄλλοτε ἡ Μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἐκεῖ ἀποφάσισαν νὰ μείνουν ὁ Ἅγιος με τὶς 10 νέες.

Μὲ τὴν πνευματικὴ διαύγεια ποὺ διέκρινε τὸν Ἅγιο, ὅρισε γιὰ ἡγουμένη τὴν τυφλὴ Χρυσάνθη ποὺ μετονομάστηκε Ξένη μοναχή.

Ὑπάρχουν προφορικὲς μαρτυρίες πιστῶν Αἰγινητῶν, ὅπου καταδεικνύεται ὁ θαυμαστὸς βίος, τὸ προφητικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα τῆς γερόντισσας, ὅπως καὶ ἡ ἐκ μέρους τῶν συμμοναζουσῶν της βαθιὰ ἐμπιστοσύνη καὶ ἀφοσίωση ὡς πρὸς τὴν ὁσία. Οἱ ἐνθυμήσεις ποὺ ἔχουν διασωθεῖ εἶναι ἀπολύτως χαρακτηριστικές, παραθέτουμε ἐνδεικτικὰ ὁρισμένες ἀπὸ αὐτές:

«Ἦταν ἡ πρώτη ἡγουμένη τοῦ Μοναστηρίου» ἔλεγε ἡ Εὐαγγελία Μπέση. «Ἁγία γυναῖκα. Ἦταν προικισμένη μὲ πολλὲς ἀρετές. Ἐφάρμοζε κατὰ γράμμα τὶς συμβουλὲς τοῦ Σεβασμιότατου καὶ βοηθοῦσε καὶ τὶς ἀδελφὲς νὰ τὶς ἐφαρμόσουν καὶ αὐτές. Τὴν σέβονταν ὅλες. Εἶχε καὶ θαυμάσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἦταν θρησκευτικὴ ποιήτρια. Ἔγραφε ὕμνους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους. Ὑπέροχη ψυχή. Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Παρεμφερὴς εἶναι καὶ οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ Σωτηρίου Οἰκονόμου, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ριζάρειο Σχολή, διηγεῖται μὲ ἔμφαση: «Ἁγία ψυχή! Μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἀνακήρυξαν καὶ αὐτὴν ἁγία». Ἡ Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου ἀφηγήθηκε προσωπική της ἐμπειρία: «Ἦταν Ἅγιος ἄνθρωπος! Χαριτωμένος. Εἶχε καὶ χάρισμα προορατικό. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἐξομολογητήριο, ἦταν παλιὰ πορτίτσα μισή - μισὴ πάνω μισὴ κάτω.

- Καλημέρα Γερόντισσα, τῆς ἔλεγα. -Καλῶς τὴν Πετρούλα, ἀποκρινόταν καλοσυνάτα. Ὅποιος καὶ ἂν τὴν πλησίαζε, δίχως φυσικὰ νὰ βλέπει, οὔτε μία ἀκτῖνα φῶς, ἐπικοινωνοῦσε μαζί του σὰν νὰ ἔβλεπε κανονικά. Λέτε καὶ δὲν ἦταν τυφλή. Εἶχε χάρισμα...». Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἀνιψιᾶς της, Μαρίας Στρογγυλοῦ: «Ὅταν προσευχόταν, νόμιζες πῶς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ! Ὅτι βρισκόταν στὸν οὐρανό!»

Ἡ Αἰγηνίτισσα μοναχὴ Νεκταρία ἔλεγε γι᾿ αὐτή: «Ἦταν ἁγία γυναῖκα! Εὐωδιάζουν τὰ ὀστᾶ της! Πολλὰ βράδια στὸ ἀπόδειπνο -ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος- ἔβλεπε ἕνα Γεροντάκι μὲ τὸ σκουφάκι του τὸ μαῦρο καὶ περιφερόταν γύρω-γύρω, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ἀλλὰ τὰ πάντα «ἔβλεπε». Ὅταν ἔμπαινε στὸ Ναὸ ἔλεγε: -Γιατί παιδιά μου ἔχουν σκόνη οἱ Εἰκόνες αὐτές; Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: -Γιατί Ζηνοβία φορᾷς τόσο κοντὸ φουστανάκι, ἀφοῦ θὰ γίνεις μοναχή;»

Τὸν Ἅγιο τὸν ξενύχτησαν πολλοὶ στὸ Μοναστήρι. Ἡ Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω καὶ παρηγοροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔκλαιγε. Τὸ ἀπόγευμα πρὶν κοιμηθεῖ ὁ Δεσπότης, οἱ καλόγριες πῆραν τηλεγράφημα ποὺ ἔλεγε ὅτι πάει καλύτερα στὸ Ἀρεταίειο. Χάρηκαν. Ἡ Ξένη ὅμως δὲν χάρηκε. Τὸν εἶχε δεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς εἶπε: -Ἦρθα νὰ σὰς χαιρετίσω. Ἀναχωρῶ! Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα μάθαμε τὰ μαντάτα. Ὁ Δεσπότης κοιμήθηκε.

Στὶς ἑκατὸν τριάντα ἕξι σῳζόμενες ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, οἱ ἑκατὸν δέκα περίπου ἀποστέλλονται πρὸς τὴν «ὀσιωτάτην ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴν ὁσίαν Ξένην». Ἡ ὁσία παρὰ τὴν ἀσθενικήν της κράση ἐβίαζε τόσον ἐαυτὴν προσευχομένη καὶ νηστεύουσα, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τῆς ὑπενθυμίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτει τὴν ὑγεία της σὲ κίνδυνο. Ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε «νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ κομβοσκοίνια». Ἐκείνη, βεβαίως, πειθαρχοῦσε, διότι ἦτο ἄνθρωπος ὑπακοῆς, ἐγνώριζε, ἐξ᾿ ἄλλου, καλῶς τί θὰ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος ὅταν ὁποιαδήποτε μοναχὴ παρήκουε τὶς νουθεσίες του: «Φυλάξατε τὰς συνθήκας τοῦ ἁγίου σχήματος καὶ τοὺς νόμους Του».

Ἡ ἴδια εἶχε μεγάλη εὐαισθησία καὶ φόβο Θεοῦ προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ποτὲ δὲν μεταλάμβανε ἂν δὲν ἔπαιρνε τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση. Ἀρκεῖ νὰ μνημονευθεῖ ὅτι ὅταν τῆς ἔδιναν καινούργιο ράσο δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ φοράει καινούργιο, γι᾿ αὐτὸ ἔκοβε ὁρισμένα τεμάχια καὶ τοποθετοῦσε στὴν θέση τοῦ μπαλώματα, ὥστε νὰ φαίνεται παλαιό. Εἶχε διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος διὰ τὴν πνευματική της σοφία καὶ σύνεση, τῆς ἔγραφε νὰ γνωρίσει τὶς ἀδελφὲς «ὅτι ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ ἐξαγορεύονται τοὺς λογισμούς των εἰς αὐτήν», ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε: «ἐπιθυμῶ οὐδεμία τῶν ἀδελφῶν πλήν σου νὰ διατάσσῃ».

Ἀσκούμενη καὶ ἁγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη ἔμπειρος εἰς τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔγραφε γιὰ μία ἀδερφή: «Ὑπομιμνήσκω αὐτὴ τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Πρῶτον: Αὐταπάρνησις. Ταύτη ἕπεται ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ὑποταγή. Δεύτερον: Ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσις καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς ταύταις. Καὶ τρίτον: Προσοχὴ καὶ διάκρισις» καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς παραγγέλει: «Περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ πολιτεύματος ὅρων νὰ τὴν διδάξεις σύ». Ἡ θεία Ἡγουμένη Ξένη - ἔχουσα ὑπόψη της τὸ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» – ἐβίαζε τὸν ἐαυτόν της (ὅπως τὴν καθοδηγοῦσε ὁ ἅγιος) μετὰ συνέσεως ἐν πᾶσι», «ὥστε ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἔβαινον κάθ᾿ ἑκάστην τελειούμεναι». Ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου πατέρα της. Ἀγωνιζόταν νὰ δουλεύει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχει τὸ νοῦ της στὸ Θεό, καὶ αὐτὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐμπνεύσει καὶ στὶς ψυχὲς τῶν μοναζουσῶν τῆς ἀδελφότητος, συνιστώντας σὲ αὐτὲς τὴν προσευχή, καὶ τὴν προσοχή. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦν τὶς παρακινοῦσε κάθε μέρα νὰ γράφουν στὴν παλάμη τοὺς προσοχὴ καὶ προσευχή. Ἐπαναπαυόμενος ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν ἁγιότητά της, τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σταυρώσει μὲ ἅγιο λείψανο μία ἀδερφή. Στὴ σκέψη της καὶ στὴ γνώμη της, ὁ ἅγιος ἔδινε πολὺ σημασία, γι᾿ αὐτὸ τῆς ἀνέθεσε ἐν λευκῷ καὶ κατὰ τὴν κρίση της τὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κελλί του τὸ ἔκτισε τελικὰ ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴν γνώμη της νὰ κτισθεῖ.

Αὐτὰ εἶναι στὴν πνευματικὴ σφαῖρα συντελούμενα θαύματα, μιὰ ἀγράμματος, στερούμενη καὶ τοῦ φυσικοῦ φωτὸς τῶν ματιῶν, κατορθώνει νὰ διοικεῖ μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ νὰ προάγει αὐτὴ πνευματικῶς.

Ἡ μοναχὴ Ξένη «εἶχε μία πηγαία ποιητικὴ φλέβα, μιὰ εὐαίσθητη ψυχὴ ποὺ τὴν λέπτυναν ἀκόμη περισσότερο ὁ πόνος καὶ ἡ πίστη. Αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράζει σὲ στίχους τὰ συναισθήματα ποὺ τὴν πλημμύριζαν, τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ δέος μπροστὰ στὴν φοβερὴ Δευτέρα Παρουσία, τὸ φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ τὸν κρυμμένο πόνο, γιὰ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ τὴν ἔζωνε. Οἱ στίχοι ποὺ ἡ τύφλωσή της τῆς ἐμπνέει τρέμουν ἀπὸ στεναγμό, ἀλλὰ δονοῦνται ἀπὸ ἁπαλὴ πίστη καὶ ἁπαλύνουν μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἡ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ δώσει».

Ἐξομολόγηση τῆς τυφλῆς
Ἄνθρωποι, λυπηθεῖτε με γιὰ τὴν κατάστασή μου,
καὶ δεηθεῖτε τοῦ Θεοῦ νὰ σώσει τὴν ψυχή μου.

Πιστεύσατε μὲ ἀδελφοί, ἀλήθεια τὸ λέγω,
Σὲ μένα ἐπερίσσευσε τὸ ὄνομα τῶν ἔργων.

Ἂν θέλετε νὰ μάθετε ποία ἡ ἀρετή μου,
Λέγω, γυμνὴ παντὸς καλοῦ ὑπάρχει ἡ ψυχή μου.

Ἐστερημένη ἀρετῶν καὶ κατακεκριμένη,
καὶ πάσης ἀγαθότητος ἐγκαταλελειμένη.

Ἔχω πτωχείαν ἄπειρον, πληγᾶς καὶ ἀσθενείας
Καὶ κινδυνεύω νὰ χαθῶ εἰς βάθος ἀπωλείας.

Ἔχω δεινὴν ἀμέλειαν, μεγάλην ὀκνηρίαν,
Θυμὸν ὑπερηφάνειαν, σκληρότητα, κακία.

Εἶμαι ψυχρὰ στὴν ἀρετήν, θερμὴ εἰς τὴν κακία,
Ἑτοίμη εἰς τοὺς γέλωτας καὶ τὴν πολυλογία.

Ἀντὶ τῆς κατανύξεως ἔχω ἀναισθησία,
Ἀντὶ νὰ κλαίω πάντοτε γελῶ ἡ τρισαθλία.

Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι τί, καὶ ὅλα τὰ καλύπτει.

Ὡς πότε θὰ ἐξαπατῶ τὸν κόσμο ἡ ἀθλία,
Μὲ τὰς ψευδεῖς μου ἀρετὰς καὶ τὴν ὑποκρισία;

Ὅταν ὁ κόσμος μὲ ἐπαινεῖ, χαίρω καὶ καμαρώνω
Καὶ ὅταν μὲ ἐλένγχουσι, λυποῦμαι καὶ θυμώνω.

Ὅσοι μὲ ἐγνωρίσατε πρέπει νὰ λυπεῖσθε,
καὶ δάκρυα νὰ χύνετε, ὅταν θὰ μὲ ἐνθυμεῖσθε.

Παρακαλεῖτε τὸν Θεὸν νὰ μὲ διαφωτίσει
Καὶ δι᾿ εὐχῶν σας ἀδελφοί, ἐλπίζω νὰ μὲ σώσῃ,
Καὶ ἐκ τῆς δεινῆς κακίας μου νὰ μὲ ἐλευθερώσει.

Αὐτὴ εἶναι ἡ τυφλὴ Ἡγουμένη ποιήτρια Ξένη. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση, διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ Θεὸς τῆς χάρισε καὶ ποιητικὸ τάλαντο. Δὲν εἶναι βέβαια κάποια ξακουστὴ ποιήτρια. Τὰ ἁπλὰ ποιήματά της ὅμως δροσερὰ ἀγριολούλουδα, κομμένα ἀπὸ τὸν καλλιεργημένο ἀγρὸ τῆς ποιητικῆς της φύσης, συνθέτουν μία ὡραία ἀνθοδέσμη, ποὺ θὰ διατηρεῖ αἰώνια τὴν εὐωδία της, ἀφοῦ ἀναφέρονται στὸν αἰώνιο καὶ Ἀμάραντο Ρόδο, τὴν Παναγία Μητέρα του.

Μᾶς θυμίζουν τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Ἀντώνιος στὸν τυφλὸ Θεολόγο τῆς Ἀλεξάνδρειας Δίδυμο: «Μὴν σὲ ταράσσει ποὺ δὲν ἔχεις τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μῦγες καὶ τὰ κουνούπια. Χαῖρε διότι ἔχεις ὀφθαλμούς, μὲ τοὺς ὁποίους καὶ οἱ ἄγγελοι βλέπουν, μὲ τοὺς ὁποίους βλέπουμε τὸ Θεὸ καὶ τὸ δικό του φῶς.»

Μερικὰ ποιητικὰ θησαυρίσματα σὰν τῆς τυφλῆς αὐτῆς κόρης, μποροῦν νὰ δώσουν μία ἀφορμὴ γιὰ βαθύτερες σκέψεις καὶ ἀναζητήσεις. Εἶναι ἕνας μακρινὸς ἀπόηχος τοῦ Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ τοῦ Καισαρίου Δαπόντε. Μιὰ ζωντανὴ συνέχεια τοῦ θρησκευτικοῦ δημοτικοῦ στίχου. Καὶ εἶναι πολὺ συγκινητικὸ ὅτι καὶ στὴ ἐποχή μας ἔχουμε τέτοια λουλούδια ἀπὸ τὴν μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τέτοια γυναικεῖα ἀναστήματα, πλάι στὸν ἅγια τοῦ αἰῶνα μας.

Κοιμήθηκε τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1923.

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΕΥΛΑΜΠΙΑ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ

του Πρεσβ. π. Λαμπρου Φωτοπούλου



(απόσπασμα - αναδημοσίευση από το Περιοδικό “Εφημέριος”)



Η καταγωγή

Η Ευλαμπία Ρωμανίδου, μητέρα του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη, κατήγετο από την Αραβισσό της Καππαδοκίας, μια περιοχή που ποτέ δεν έπαυσε να συζητάη θεολογικά, ακόμα και μετά τούς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες (Βασίλειο το Μεγα και Γρηγόριο Νυσσης).

Γεννημένη πριν από την καταστροφή (το 1895), μεγάλωσε σε ένα χώρο βαθειάς πίστης. Στο χώρο αυτό η Ορθοδοξία ήταν πρώτη αξία, η γλώσσα και η καταγωγή το δευτερεύον. Ανήκε σ ?κε?νον τον μεγαλειώδη λαο των Καραμανλήδων, που με την δική του ελληνική γραφή, τα σημαντικά μνημεία του, τα μοναδικά ήθη και έθιμά του μετέφρασε το ορθόδοξο βίωμα των ασκητών και των αγίων σε καθημερινή πράξη.

Το θεολογικό πρότυπο των Καππαδοκών είναι η μίμηση των αυστηρών ησυχαστών, όπως των στηλιτών αγίων Συμεών και Δανιήλ, του αγίου Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού, κ.α. Η προσωπικότητα του αγίου Αλεξίου, ειδικότερα, τόσο μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στούς Καππαδόκες, λόγω της υπερβολικής νηστείας, της ξενιτείας και της σκληρής άσκησης, ώστε πολλά τραγούδια γράφτηκαν γι α?τ?ν που τραγουδιώνται ακόμη. Καθε σαρακοστή στην Καππαδοκία επικρατούσε περισυλλογή, μνήμη θανάτου, προσευχή και άσκηση. Το κέντρο της κοινωνικής ζωής του Καππαδόκη ήταν ο Ναός και πνευματικό κατόρθωμα ήταν η άσκηση στη νοερά προσευχή. Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναπνοή της Καππαδοκίας ήταν στο ρυθμό της Ευχής “Κυριε Ιησο? Χριστέ (εισπνοή), ελέησόν με (εκπνοή)!”

Μεσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον μεγάλωσε η Ευλαμπία Ρωμανίδου.



Τα παιδικά χρόνια

Τα παιδικά χρόνια της Γερόντισσας Ευλαμπίας ήσαν μέσα στον πόνο. Πονος βαθύς, αλλά σωτήριος. Δωδεκάχρονο κοριτσάκι γνώρισε την φοβερή σφαγή των γονέων της, ένα γεγονός που τα παιδικά μάτια το τύπωσαν βαθειά μέσα στην ψυχή της. Εν τούτοις η εμπειρία αυτή, αντί να αποβή καταστρεπτική για την Ευλαμπία, ήταν το ουράνιο μήνυμα να πάρη την καλή στροφή, να αγαπήση τον Χριστό και την Εκκλησία.

Κοινωνικά η Ευλαμπία έμεινε ορφανή, αλλά πνευματικά απέκτησε μια παντοδύναμη προστασία. Η Βασίλισσα των Ουρανών, η των ορφανών βοηθός, την πήρε κάτω από τη δική της σκέπη. Με θαυμαστή απλότητα για τόσο μεγαλειώδεις εμπειρίες μιλούσε αργότερα στις μοναχές η γερόντισσα και έλεγε πως της παρουσιαζόταν η Παναγία, πως την έπαιρνε από το χέρι και την έσωζε από διαφόρους ψυχικούς κινδύνους. Από γλέντια που γίνονταν γύρω της την εμπόδιζε, την απομάκρυνε. Μετά ερχόταν πολλή διάθεση για προσευχή. Ετσι από μικρό παιδί επικοινωνούσε δια της προσευχής με το Θεο!

Άραγε, τι είδους προσευχή να έκανε η μικρή ορφανή Ευλαμπία; Σε μια έγγραφη εξομολόγηση που άφησε, λέει τα εξής: “Δωδεκα χρονών που ήμουν, προσευχή που έκανα αυτή ήταν. Παράκληση, Εξάψαλμος, Απόδειπνο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Ετσι περνούσα το χρόνο μου. Αυτούς τούς λόγους δεν τούς άφηνα από το μυαλό μου νύχτα και μέρα. Κυριε Αγαθέ, τα αγαθά σου μη μου στερήσης, από κάθε τι, να ακούω τα λόγια σου. Από απρεπή πράγματα με την βοήθειά Σου, Κυριε μου, φύλαξέ με. Κυριε, κατά την εντολή Σου, όπως ξέρεις εσύ, Κυριε, ο λάρυγγάς μου, ο,τι λέει δικός Σου είναι. Η Βασίλισσα η Παναγία μας, με τις πρεσβείες Της και των αγίων... Και από όλους αυτούς ευλογητός είσαι εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν”.



Στην προσφυγιά

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή έρχεται στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στον Πειραιά. Παντρεύεται τον συμπατριώτη της Σαββα Ρωμανίδη και αποκτά το πρώτο της παιδί, αγόρι. Το έχει ταμένο στον επίσης πρόσφυγα, άγιο Ιωάννη το Ρώσσο. Αξιώνεται, όταν το παιδί έγινε 2 ετών, να πραγματοποιήση το τάμα της και να το βαπτίση, τον μετέπειτα ιερέα Ιω?ννη, στο Προκόπι Ευβοίας, όπου είχε εναποτεθή το ιερό Λείψανο.

Η ζωη στην Ελλάδα είναι δύσκολη και η οικογένεια Ρωμανίδη μεταναστεύει το 1927 στην Αμερική.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η Ευλαμπία Ρωμανίδου βοηθά τον σύζυγό της στη ραπτική, ένα επάγγελμα που τούς έδωσε τη δυνατότητα να μεγαλώσουν τα δύο παιδιά τους. Η πολυπολιτισμική κοινωνία, με την ποικιλόχρωμη θρησκευτικότητα και τις διαφορετικές αξίες, δεν την επηρέασαν, αντίθετα της έδωσαν την πρόκληση για ιεραποστολή. Πολεμάει με τις όποιες δυνάμεις διαθέτει τον προτεσταντικό περίγυρο. Η θερμότητα της πίστης της κάνει εντύπωση. Οι αιρετικοί διαβλέπουν ότι θα είναι μεγάλη επιτυχία γι α?το?ς αν προσηλυτίσουν στις ιδέες τους αυτήν την Καπαδόκισσα με την πολλή πίστη. Δεν παραγνωρίζουν και το αξιόμαχο της αντιπάλου. Οργανώνουν έτσι πραγματική “επιχείρηση” για τον προσηλυτισμό της, στην οποία συμμετέχουν 10-15 άτομα. Την επισκέπτονται και προσπαθούν μέσα από την αγία Γραφή, με τα γνωστά τους επιχειρήματα, να την κλονίσουν. Η Ευλαμπία έχει άλλα, μεγαλύτερα και ακαταμάχητα επιχειρήματα. Τούς αφήνει για λίγο μόνους και καταφεύγει στούς αγίους, που έχει στο “εικονοστάσι” του δωματίου της. Προσεύχεται με θέρμη να την φωτίση ο Θεός. Και, ω! του θαύματος! Μια δυνατή βοη βγαίνει από τις εικόνες. Την ακούν και οι Προτεστάντες και τρέπονται σε άτακτη φυγή. Εκτοτε δεν την ξαναενόχλησαν.



Ιεραπόστολος

Η γερόντισσα Ευλαμπία είχε βεβαιωθεί ότι η μόνη αλήθεια είναι η Ορθόδοξη Πιστη και δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας από το Ορθόδοξο Άγιο Βαπτισμα. Ετσι, όταν έμαθε ότι η κόρη της παντρεύτηκε στην Ν. Ζηλανδία έναν ετερόδοξο, τον Malcolm, ανώτερο κρατικό υπάλληλο, κατάλαβε ποιο είναι ακριβώς το καθήκον της. Πηγαίνει στην Ν. Ζηλανδία και μένει εκεί μέχρις ότου να κατηχήση σωστά τον γαμπρό της και να τον βαπτίση ορθόδοξο με το όνομα Μάρκος. Δεν εγκαταλείπει την Νεα Ζηλανδία πριν να εκπληρώση και τον άλλο ιερό σκοπό της: Να ιδρύση Ορθόδοξη Εκκλησία στο Christchurch, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της χώρας αυτής.

Μια προσφυγοπούλα ράφτρα από την Αμερική, χωρίς συνδρομή ιεραποστολικών κλιμακίων και οικονομική υποστήριξη, μόνη με μόνο το Θεο στην καρδιά της, γίνεται ισαπόστολος και ιδρύει Ορθόδοξη Εκκλησία στις εσχατιές της Γης...



Η μοναχή

Μετά το θάνατο του συζύγου της προσφέρει τις υπηρεσίες ως ράπτρια στο αντρικό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Βοστώνη και συγχρόνως αρχίζει μόνη της να ασκήται στην μοναχική ζωη. Παίρνει έτσι σταθερά την απόφαση να γίνη μοναχή. Η ευκαιρία δεν άργησε να δοθή. Ο γιός της, ο π. Ιω?ννης, επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα και η γερόντισσα τον ακολουθεί ενημερώνοντάς τον συγχρόνως για τις προθέσεις της.

Με την μεσολάβηση του π. Ιω?ννη και την συνδρομή του (νυν) Επισκόπου Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου ο π. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου τη συνιστά στο Ιερό Ησυχαστήριο “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτής Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται δεκτή ως δόκιμη στις 17/1/1971. Στις 4/5/1973 γίνεται η κουρά της σε μεγαλόσχημη, χωρίς να αλλάξη το βαπτιστικό της όνομα, κατά παράκληση του π. Ιω?ννη.

Ως μοναχή ουδέποτε παρέλειπε τον κανόνα της. Τα μεσάνυχτα προσευχόταν ανελλιπώς με τον τρόπο που είχε συνηθίσει από νέα. Εξηγούσε δε με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο την συνήθειά της αυτή: “τότε, παιδί μου, ανοίγει ο ουρανός”, έλεγε.

Στο μοναστήρι έζησε μέχρι το 1980, οπότε κοιμήθηκε εν Κυρίω οσιακά, όπως το ζητούσε αδιάκοπα από το Θεο: “Το όνομά μου εν βίβλω ζωής να περάση. Ειρηνικά χριστιανικά τα τέλη της ζωής μου δος μου...”

Προγνώριζε το θάνατό της και το έλεγε (το 1980) στις αδελφές που την υπηρετούσαν, όταν της μιλούσαν για γεγονότα που θα γίνονταν αργότερα (κτίσιμο ναού αγίων Αρχαγγέλων). Άλλωστε, το γεγονός του θανάτου ήταν η μελέτη της καρδίας της από ηλικίας 12 χρονών· “τον θάνατο να μην βγάλω από το νου μου Κυριε δος μου”, έλεγε. Ο Θεός της έδωσε τούς τελευταίους μήνες της ζωής της όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να προετοιμαστή για το μεγάλο πέρασμα.



“Εις μνημόσυνον αιώνιον”

Ποσο διαφορετική είναι αυτή η γερόντισσα από όλα εκείνα τα τεχνητά μοντέλα που “λανσάρει” το θρησκευτικό “star system” της εποχής μας.

Εχοντας την χάρη του “ταπεινού και ησυχίου” Αγίου Πνεύματος υποτάχθηκε στο θέλημα του Τριαδικού Θεού. Υπ?μεινε την ορφάνια και την προσφυγιά με πίστη στο Θεο και αδιάλειπτη Προσευχή. Εζησε μέσα στον κόσμο αφοσιωμένη στα καθήκοντά της ως σύζυγος και μητέρα και, όταν αποφάσισε να μονάση, προέκρινε ταπεινά την υπακοή σε ένα Ορθόδοξο Μοναστήρι.-